Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Αγκάθι

Στέκεις εκεί. Η μορφή σου ίδια. Η ίδια αγαπημένη και λησμονημένη.
Θυμίζεις κάτι από το χθες. Έχεις αυτή τη μαγία στα μάτια σου, εγκλωβισμένη εκεί. Και εγώ στέκομαι πίσω σου. Στέκομαι. Και κάθε στιγμή που περνά, νομίζω ψυχή μου, πως κάτι αλλάζει, κάτι με φέρνει πιο κοντά σου.

Κοντά.

Και βρίσκομαι στη μέση του πουθενά, με την μοναξιά μου, χωρίς το εγώ. Και αναρωτιέμαι πώς χάθηκα στη διαδρομή. Θυμάμαι λουλούδια, πολύχρωμα, απαλά, μαγικά, σα τα μάτια σου. Και εκεί εσύ, με ένα λουλούδι από τη χώρα της καρδιάς σου, τόσο τρομακτικά όμορφο με κοιτάς. Καθώς με πλησιάζεις βλέπω ένα τριαντάφυλλο... μαύρο, με ένα αγκάθι. Και μετά... τίποτα, εγώ στο πουθενά, με ένα ματωμένο δάχτυλο, και ένα μαύρο δάκρυ. Γύρω μου σιγά σιγά αρχίζει να κυριαρχεί η αναρχία, ο ουρανός είναι μελανιασμένος, τα δέντρα απογυμνωμένα, γερασμένα, τα πουλιά δεν κελαηδούν, θα σου έλεγα πως κλαίνε, δε νομίζω πως θα καταλάβαινες όμως. Το νερό ταραγμένο και ας μη φυσάει. Σταγόνες της βροχής, πέφτουν από έναν ουρανό χωρίς σύννεφα. Και μένω εκεί. Προσπαθώ να καταλάβω. Τι;


Εσένα.

Χάθηκα στην ψυχή σου. Είναι που ξέχασες να με πάρεις αγκαλιά καθώς με οδηγούσες σε αυτήν, τότε που πίστευα πως θα με βρεις, τότε που χόρευες μαζί μου, εσύ, η ψυχή σου, ο έρωτάς σου, η καρδιά σου, όλο σου το είναι.

Η αφελής.

Και εκεί μένω ως παιδί, ένα παιδί που μόλις κατάφερε να πετάξει τον χαρταετό του, μα ο αέρας τον πήρε λησασμένα, άδικα, απροσδόκητα και έμεινε εκεί η παιδική ψυχή μέσα στο αχανές πουθενά, να κλαίει για το χαμένο του όνειρο, να ελπίζει για μια επιστροφή.